Meaning of απόλαυση | Babel Free
/aˈpo.laf.si/Ορισμοί
- το να απολαμβάνει κάποιος κάτι, να αντλεί μεγάλη ευχαρίστηση ή ηδονή από κάτι
- αυτό που απολαμβάνει κάποιος, αυτό που προκαλεί χαρά, προσφέρει ηδονή
- το πρόσωπο που προσφέρει στους άλλους μεγάλη ευχαρίστηση με τα χαρίσματά του
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“το πιάτο αυτό προσφέρει και λίγες μόνο θερμίδες αλλά και γευστική απόλαυση”
“※ Αφού μάταια προσπάθησαν κι οι δυο να αντισταθούν στο σκούντημα της ζωής, δόθηκαν ανεπιφύλακτα στο αλισβερίσι των αισθημάτων, των απολαύσεων, των επιθυμιών που φύλαγαν ο ένας για τον άλλο. (Δημήτρης Στεφανάκης, Πάντα η Αλεξάνδρεια, εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 1917, 2024)”
“※ Η ασθματική απόλαυση της ερωτικής νιότης προ της επελάσεως του γήρατος ή του θανάτου αποτελεί κοινότατο τόπο στην κλασική ερωτογραφία, συχνά με τις ευλογίες μιας εξαπλουστευμένης επικούρειας φιλοσοφίας (Οβίδιος, Η τέχνη και τα αντίδοτα του Έρωτα, μετάφραση Θοδωρής Παπαγγελής, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)”
“αυτός ο άνθρωπος είναι πραγματική απόλαυση όταν συζητάει”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.