Meaning of αποζημίωση | Babel Free
Ορισμοί
- το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε αυτόν που έπαθε κάποια ζημιά από τον υπαίτιο ή το κράτος
- το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε κάποιον για την εκτέλεση ενός ορισμένου έργου, αμοιβή
-
η υλική ή κυρίως η ηθική ανταμοιβή που κερδίζει κάποιος για τους κόπους του και την προσφορά του general
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Η άμεση και δίκαιη αποζημίωση των πληγέντων από φυσικές καταστροφές αποτελεί προτεραιότητα για κάθε ευνομούμενη πολιτεία. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελληνική κυβέρνηση θεσμοθέτησε το μόνιμο μηχανισμό Κρατικής Αρωγής για την αποκατάσταση ζημιών από φυσικές καταστροφές, ώστε οι αποζημιώσεις να δίνονται στο σωστό χρόνο, με δίκαιη αποτίμηση, σύντομες και ψηφιοποιημένες διαδικασίες χωρίς περιττή γραφειοκρατία.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.