HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δόντι

Ουσιαστικό CEFR C1 Standard
ˈðo̞n.di

Ορισμοί

  1. καθένα από τα οστά της κοιλότητας του στόματος των ανθρώπων, αλλά και των θηλαστικών γενικότερα, τα οποία φυτρώνουν στις σιαγόνες και χρησιμεύουν κυρίως στον τεμαχισμό και το μάσημα της τροφής
  2. αιχμηρή και συνήθως σκληρή προεξοχή αντικειμένου, το οδόντωμα
  3. το μέσο άσκησης επιρροής
    familiar, figuratively

Ισοδύναμα

Españoldiente
Françaisdent
34 more languages
العربيةسن
Българскизъбзъби
Češtinazubzubní
Dansktand
Eestihammas
Suomihammas
עבריתשן
हिन्दीदाँतदांत
Hrvatskizubzubizubniзубни
Magyarfog
Bahasa Indonesiagigi
日本語
한국어
Nederlandstandzaagtand
Polskiząb
Portuguêsdente
Românădinte
Slovenčinazubzuby
Svenskatandtänd
Kiswahilijinomeno
Türkçedişdişler
Українськазубзубний
Tiếng Việtráng
中文牙齒
繁體中文牙齒

Παραδείγματα

“τα δόντια της χτένας”
“τα δόντια του γραναζιού”
“έχει δόντι”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δόντι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free