Meaning of γαμημένος | Babel Free
/ɣa.miˈme.nos/Ορισμοί
-
υβριστική έκφραση για οτιδήποτε ή οποιονδήποτε μας ενοχλεί, μας στέκται εμπόδιο ή μας δημιουργεί πρόβλημα vulgar
- παθητικά συνουσιασμένος, -ή
-
φιλικά, εκφράζοντας έντονο συναίσθημα, π.χ. για κύπελλο familiar
Παραδείγματα
“Αυτό το γαμημένο το σκυλί με δάγκωσε.”
That fucking dog bit me.
“δεν το βρίσκω το γαμημένο το κατσαβίδι εδώ και τόση ώρα!”
“Σήκωσέ το, το γαμημένο / δεν μπορώ, δεν μπορώ να περιμένω”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.