Meaning of πρόλαβα | Babel Free
/ˈpɾo.la.va/Ορισμοί
- α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ρήματος προλαβαίνω
- α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ρήματος προλαμβάνω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.