Meaning of κλίμα | Babel Free
/ˈkli.ma/Ορισμοί
- το σύνολο των καιρικών και μετεωρολογικών φαινομένων και συνθηκών που επικρατούν και μεταβάλλονται σε μια περιοχή για ένα χρονικό διάστημα
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
το σύνολο των ψυχολογικών / ηθικών συνθηκών που επικρατούν σε ένα χώρο δράσης figuratively
Ισοδύναμα
English
climate
Παραδείγματα
“Η Κρήτη ανήκει στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.”
Crete is in the klima of the Ecumenical Patriarchate.
“τροπικό / ερημικό / μεσογειακό / ψυχρό / υγρό κλίμα”
“(συνεκδοχικά) η περιοχή στην οποία επικρατούν συγκεκριμένες καιρικές συνθήκες”
“Στα θερμά κλίματα ο κίνδυνος της λειψυδρίας είναι μεγάλος.”
“Η προσωπικότητα του διευθυντή έχει επηρεάσει θετικά το κλίμα στην εταιρεία.”
“※ Η ταχεία φθορά του κυβερνώντος κόμματος, που μετά την επάνοδό του στην εξουσία φάνηκε να ακολουθεί μια «χαμηλή πτήση» και μια μάλλον «άνευρη πολιτική», αναμενόμενη ή όχι μέσα σε ένα κλίμα ανοικτών πια αμφισβητήσεων και εντεινόμενης «διαδοχολογίας» αλλά και των προβλημάτων της υγείας του (πρωθυπουργού) (Αντώνης Μακρυδημήτρης, Οι πρωθυπουργοί της Ελλάδος: 1828-1997, Ελλάδα, εκδ. Ι. Σιδέρης, 1997, σελ. 276)# (θρησκεία) μια μεγάλη περιφέρεια με αυτόνομη διοίκηση”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.