HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κλίμα

Ουσιαστικό CEFR C1 Standard
ˈkli.ma

Ορισμοί

  1. το σύνολο των καιρικών και μετεωρολογικών φαινομένων και συνθηκών που επικρατούν και μεταβάλλονται σε μια περιοχή για ένα χρονικό διάστημα
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. το σύνολο των ψυχολογικών / ηθικών συνθηκών που επικρατούν σε ένα χώρο δράσης
    figuratively

Ισοδύναμα

Españolclima
17 more languages
Ελληνικάκλιματικός
Suomiilmasto
Magyaréghajlat
Bahasa Indonesiahawa
Italianoclima
日本語
Nederlandsklimaat
Polskiklimat
Portuguêsclimatempo
Русскийклимат
Svenskaklimat
Türkçeabuhavaiklim
Українськакліматичний
中文氣候
繁體中文氣候

Παραδείγματα

“Η Κρήτη ανήκει στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.”

Crete is in the klima of the Ecumenical Patriarchate.

“τροπικό / ερημικό / μεσογειακό / ψυχρό / υγρό κλίμα”
“(συνεκδοχικά) η περιοχή στην οποία επικρατούν συγκεκριμένες καιρικές συνθήκες”
Στα θερμά κλίματα ο κίνδυνος της λειψυδρίας είναι μεγάλος.”
“Η προσωπικότητα του διευθυντή έχει επηρεάσει θετικά το κλίμα στην εταιρεία.”
“※ Η ταχεία φθορά του κυβερνώντος κόμματος, που μετά την επάνοδό του στην εξουσία φάνηκε να ακολουθεί μια «χαμηλή πτήση» και μια μάλλον «άνευρη πολιτική», αναμενόμενη ή όχι μέσα σε ένα κλίμα ανοικτών πια αμφισβητήσεων και εντεινόμενης «διαδοχολογίας» αλλά και των προβλημάτων της υγείας του (πρωθυπουργού) (Αντώνης Μακρυδημήτρης, Οι πρωθυπουργοί της Ελλάδος: 1828-1997, Ελλάδα, εκδ. Ι. Σιδέρης, 1997, σελ. 276)# (θρησκεία) μια μεγάλη περιφέρεια με αυτόνομη διοίκηση”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κλίμα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free