HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ατάκα | Babel Free

Noun feminine CEFR C1 Standard

Ορισμοί

  1. ένδειξη να ξεκινήσει το επόμενο μουσικό κομμάτι αμέσως μετά το προηγούμενο, χωρίς παύση
  2. η άμεση απάντηση σε στιχομυθία ή η μεμονωμένη φράση ρόλου
  3. σύντομη, χαρακτηριστική ή πνευματώδης φράση που αποτυπώνει ετοιμόλογα μια ιδέα ή στάση ζωής
    general

Ισοδύναμα

English pick-up line

Παραδείγματα

“η ατάκα που λέω σε κάποιον άπειρο για κάποιο θέμα είναι: «αν δεν ξέρεις, μη μιλάς…»”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ατάκα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course