Meaning of αποβάθρα | Babel Free
/a.poˈva.θɾa/Ορισμοί
ειδικά διαμορφωμένος χώρος σε λιμάνια και σιδηροδρομικούς σταθμούς για την αποβίβαση και επιβίβαση επιβατών του συγκεκριμένου μέσου μεταφοράς, καθώς και η φόρτωση -εκφόρτωση εμπορευμάτων
Παραδείγματα
“※ Παρ'όλο που ήταν γιορτή για τους ορθοδόξους, όλοι όσοι είχαν αλισβερίσι με το λιμάνι, ήταν στην αποβάθρα απ'το πρωί, γιατί οι ανάγκες των καραβιών δε σταματούσαν ποτέ. (Ισίδωρος Ζουργός, Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο, εκδ. Πατάκης, 2016)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.