Meaning of τουτού | Babel Free
Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- αυτοκίνητο
- φούστα που φορούν οι χορευτές μπαλέτου, συνήθως πολύ κοντή (αλλά και με μακριές παραλλαγές), που εφαρμόζεται σε κορμάκι
Ισοδύναμα
English
Thereof
Παραδείγματα
“Ντέσμοντ Τούτου”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.