Meaning of κτήμα | Babel Free
/ˈkti.ma/Ορισμοί
- οτιδήποτε ανήκει σε κάποιον, η ιδιοκτησία
- κάτι που το έχω μελετήσει και το γνωρίζω (κατέχω) καλά
- το ιδιόκτητο κομμάτι γης, συνήθως καλλιεργήσιμο
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.