Meaning of αναπνεύσω | Babel Free
Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπνέω
- θα αναπνεύσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναπνέω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.