Meaning of λαβή | Babel Free
/laˈvi/Ορισμοί
- το τμήμα ενός αντικειμένου από το οποίο μπορούμε να το πιάσουμε
- ο τρόπος με τον οποίο πιάνουμε κάποιον για να τον ακινητοποιήσουμε, όταν παλεύουμε μαζί του
-
η αφορμή, η ευκαιρία figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“έδωσε πάλι λαβή για σχόλια”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.