HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ουλή

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C1 Standard
uˈli

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ουλής
  2. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Ουλής
  3. σημάδι πάνω στο δέρμα, από πληγή που έχει κλείσει

Ισοδύναμα

EnglishScar
38 more languages
العربيةندبندبة
Češtinajizvazjizvit
Danskar
Esperantocikatro
Eestiarm
GaeilgeColm
Gàidhligleòn
עבריתצלקת
Magyarforradás
Հայերենսպի
日本語瘢痕
한국어흉터
Lietuviųrandąsrandas
Latviešureta
Portuguêscicatriz
Românăcicatrice
Русскийрубе́цшрам
Slovenčinajazva
Slovenščinabrazgotina
Svenskaarr
Kiswahilikovu
Türkçeyara izi
Українськаске́ля
Tiếng Việtthiêu đốt
繁體中文傷疤傷痕

Παραδείγματα

“Tον γνώρισαν από μια παλιά ουλή.”
“Aπό την εγχείρηση δε θα μείνει η παραμικρή ουλή.”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ουλή σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free