HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ουλή | Babel Free

Noun feminine CEFR C1 Standard
/uˈli/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ουλής
  2. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Ουλής
  3. σημάδι πάνω στο δέρμα, από πληγή που έχει κλείσει

Ισοδύναμα

English Scar

Παραδείγματα

“Tον γνώρισαν από μια παλιά ουλή.”
“Aπό την εγχείρηση δε θα μείνει η παραμικρή ουλή.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ουλή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course