Meaning of ουλή | Babel Free
/uˈli/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ουλής
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Ουλής
- σημάδι πάνω στο δέρμα, από πληγή που έχει κλείσει
Ισοδύναμα
English
Scar
Παραδείγματα
“Tον γνώρισαν από μια παλιά ουλή.”
“Aπό την εγχείρηση δε θα μείνει η παραμικρή ουλή.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.