HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πίστη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Frequent
ˈpi.sti

Ορισμοί

  1. η πεποίθηση, η βεβαιότητα
  2. γυναικείο όνομα
  3. η εμπιστοσύνη σε κάποιον, στις δυνατότητές του ή στις προθέσεις του
  4. η βεβαιότητα για την ύπαρξη του θεού και η εμπιστοσύνη σε αυτόν
  5. η ενεργός ένταξη σε μια θρησκεία
  6. η συζυγική πίστη, η αποφυγή ερωτικής επαφής με άλλον άνθρωπο εκτός από τον/την σύζυγο
  7. το κλίμα εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τις οικονομικές συναλλαγές

Ισοδύναμα

27 more languages

Παραδείγματα

“είναι πίστη μου ότι αργά ή γρήγορα οι άνθρωποι θα αντιληφθούν την αλήθεια”
“έχω πίστη σ' αυτόν τον άνθρωπο”
“δε με νοιάζει ποια είναι η πίστη σου
“η τραπεζική πίστη”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πίστη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free