πίστη
Ορισμοί
- η πεποίθηση, η βεβαιότητα
- γυναικείο όνομα
- η εμπιστοσύνη σε κάποιον, στις δυνατότητές του ή στις προθέσεις του
- η βεβαιότητα για την ύπαρξη του θεού και η εμπιστοσύνη σε αυτόν
- η ενεργός ένταξη σε μια θρησκεία
- η συζυγική πίστη, η αποφυγή ερωτικής επαφής με άλλον άνθρωπο εκτός από τον/την σύζυγο
- το κλίμα εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τις οικονομικές συναλλαγές
Ισοδύναμα
27 more languages
Azərbaycan diliəqidə
Българскивярвам
DeutschBeglaubigungEmpfehlungGlaubeGlauben schenkenKredenzNachweisReligionÜberzeugungVertrauen schenkenVerurteilung
Gàidhligcreideas
Magyarmeggyőződés
Հայերենհամոզմունք
한국어설득력
Македонскиубедување
Bahasa Melayusabitan
Nederlandsaanbevelingaannemenaanvaardenbewijsfiduciegeloofgelovenondersteuningovertuigingveroordelingvertrouwen
Svenskaövertygelse
Українськаперекона́ння
Παραδείγματα
“είναι πίστη μου ότι αργά ή γρήγορα οι άνθρωποι θα αντιληφθούν την αλήθεια”
“έχω πίστη σ' αυτόν τον άνθρωπο”
“δε με νοιάζει ποια είναι η πίστη σου”
“η τραπεζική πίστη”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free