Meaning of συγγενής | Babel Free
/siŋɟeˈnis/Ορισμοί
- που προέρχεται από το ίδιο γένος
-
που συγγενεύει, που έχει κοινή προέλευση ή κοινά χαρακτηριστικά broadly
- που είναι χαρακτηριστικός ενός συνόλου (ανθρώπου, κατάστασης, πράγματος)
- οι εκ γενετής παθήσεις ή ανωμαλίες, αυτές δηλαδή που υπάρχουν από τη γέννηση και δεν είναι επίκτητες
Παραδείγματα
“συγγενείς γλώσσες, συγγενής ιδεολογία”
“συγγενείς ασθένειες”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.