Meaning of γαλλικό | Babel Free
Ορισμοί
-
αιτιατική ενικού του γαλλικός accusative, singular
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γαλλικός accusative, neuter, nominative, singular, vocative
- υπονοείται: γαλλικό μανικιούρ
Παραδείγματα
“※ «Τα έφτιαξα, κυρία μου! Γαλλικό στο Κολωνάκι έκανα το πρωί. Επί της Πατριάρχου Ιωακείμ. Και έδωσα και πουρμπουάρ πέντε γιούρο. ...» (Δημήτρης Μαργέτας, Φταίει η Ακρόπολη, SWISS CLASS PRESS, 2025)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.