HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ουράνιο

Ουσιαστικό CEFR C1 Standard
uˈɾa.nio

Ορισμοί

χημικό στοιχείο, που ανήκει στις ακτινίδες, με ατομικό αριθμό 92 και χημικό σύμβολο το U, βαρύ, αργυρόλευκο, με μεταλλική λάμψη, τοξικό και ραδιενεργό που ισότοπά του χρησιμοποιούνται σε πυρηνικούς αντιδραστήρες και σε πυρηνικά όπλα.

Ισοδύναμα

EnglishUranium
Españoluranio
Françaisuranium
46 more languages
Afrikaansuraan
БългарскиУран
BosanskiuranУран
Catalàurani
Češtinauran
Danskuran
DeutschUran
Esperantouranio
EestiUraan
Suomiuraani
Galegouranio
עבריתאורניום
HrvatskiuranУран
Magyarurán
ՀայերենՈւրան
Íslenskaúran
ItalianoUranio
日本語ウラン
ქართულიურანი
ភាសាខ្មែរអ៊ុយរ៉ាញ៉ូម
Kurdîûranyûm
Latinauranium
LëtzebuergeschUran
LietuviųUranas
LatviešuUrāns
Македонскиураниум
Bahasa Melayuuranium
Maltiuranju
Nederlandsuraanuranium
Polskiurańuran
Portuguêsurânio
Românăuraniu
РусскийУран
Slovenčinaurán
Slovenščinauran
СрпскиuranУран
Svenskauran
Kiswahiliuraniuraniamu
Tagaloguranyo
Türkçeuranyum
УкраїнськаУран
Tiếng Việturani

Παραδείγματα

“Το ουράνιο χρησιμοποιείται στους πυρηνικούς αντιδραστήρες.”

Uranium is used in nuclear reactors.

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ουράνιο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free