Σημασία του πόλο | Babel Free
Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- είδος παιχνιδιού στο οποίο δυο έφιππες ομάδες προσπαθούν να σπρώξουν μια ξύλινη μπάλα με ένα είδος σφυριού με επίμηκες χερούλι
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του πόλος accusative, nominative, singular, vocative
- : ναυτάθλημα, η υδατοσφαίριση
- κοντομάνικο μπλουζάκι με γιακά και άνοιγμα στο λαιμό
Ισοδύναμα
Български
во́дна то́пка
བོད་སྐད
པོ་ལོ
Bosanski
vaterpolo
Català
waterpolo
Ελληνικά
υδατοσφαίριση
Esperanto
akvopilko
فارسی
چوگان
Hausa
holo
Hrvatski
vaterpolo
Magyar
vízilabda
Bahasa Indonesia
polo
ქართული
წყალბურთი
Latviešu
ūdenspolo
Македонски
ватерполо
Nederlands
waterpolo
Română
polo pe apă
Slovenščina
vaterpolo
Српски
vaterpolo
Тоҷикӣ
чавгон
ไทย
โปโล
中文
水球
ZH-TW
水球
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free