Meaning of πόλο | Babel Free
Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- είδος παιχνιδιού στο οποίο δυο έφιππες ομάδες προσπαθούν να σπρώξουν μια ξύλινη μπάλα με ένα είδος σφυριού με επίμηκες χερούλι
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του πόλος accusative, nominative, singular, vocative
- : ναυτάθλημα, η υδατοσφαίριση
- κοντομάνικο μπλουζάκι με γιακά και άνοιγμα στο λαιμό
Ισοδύναμα
English
polo
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.