πόλο
Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- είδος παιχνιδιού στο οποίο δυο έφιππες ομάδες προσπαθούν να σπρώξουν μια ξύλινη μπάλα με ένα είδος σφυριού με επίμηκες χερούλι
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του πόλος accusative, nominative, singular, vocative
- : ναυτάθλημα, η υδατοσφαίριση
- κοντομάνικο μπλουζάκι με γιακά και άνοιγμα στο λαιμό
Ισοδύναμα
39 more languages
Българскиво́дна то́пка
བོད་སྐད།པོ་ལོ
Bosanskivaterpolo
Catalàwaterpolo
Ελληνικάυδατοσφαίριση
Esperantoakvopilko
فارسیچوگان
Hausaholo
Hrvatskivaterpolo
Magyarvízilabda
Bahasa Indonesiapolo
ქართულიწყალბურთი
Latviešuūdenspolo
Македонскиватерполо
Nederlandswaterpolo
Românăpolo pe apă
Slovenščinavaterpolo
Српскиvaterpolo
Тоҷикӣчавгон
ไทยโปโล
中文水球
繁體中文水球
Παραδείγματα
“Ο κύριος Πόλο ταξίδεψε σε πολλές μακρινές χώρες.”
Mr. Polo traveled to many distant lands.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free