Meaning of θηρίο | Babel Free
/θiˈɾi.o/Ορισμοί
- άγριο ζώο, μεγαλόσωμο
-
άλλη μορφή του θεριό idiomatic, literary
-
χαρακτηρισμός: figuratively
-
δυνατός, ανθεκτικός σα θηρίο figuratively
-
μεγαλόσωμος figuratively
-
άγριος, αιμοβόρος, σκληρός figuratively
-
πολύ ικανός figuratively
-
το Θηρίο, παλιά γραμμή τρένου που ... (Χρειάζεται επεξεργασία) dated
Παραδείγματα
“θηρίο ανήμερο”
“※ ⌘ Διονύσιος Σολωμός, Ὕμνος εἰς τὴν Ελευθερίαν, στροφή 104”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.