Meaning of εμποδίσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμποδίζω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμποδίζω
- θα εμποδίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εμποδίζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.