Meaning of μακαρόνια | Babel Free
/ma.kaˈɾo.ɲa/Ορισμοί
- φαγητό με μακαρόνια, ίσως συνοδευμένα από κάτι άλλο που δηλώνεται ως προσδιοριστικό ή μαγειρεμένα με ιδιαίτερο τρόπο
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακαρόνι accusative, nominative, plural, vocative
- ένα πιάτο με αυτό με το φαγητό
Ισοδύναμα
English
Spaghetti
Παραδείγματα
“Σήμερα έχουμε μακαρόνια με κιμά.”
Today we have spaghetti with meat sauce.
“έχουμε σήμερα μακαρόνια με κιμά”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.