ροή
Ορισμοί
- η κίνηση προς μια κατεύθυνση και η ποσότητα του υγρού που ρέει
- γυναικείο όνομα
- η συνεχής κίνηση (συνήθως υγρού) προς κάποια κατεύθυνση
-
η σειρά στοιχείων που το ένα κινείται ή εναλλάσσεται συνεχώς με το άλλο general
- η συνεχής ομιλία και μετάδοση του λόγου
-
η συνεχής αλλαγή μιας κατάστασης, η πορεία, η συνέχεια figuratively
- η εργασία που γίνεται σε μια κυλιόμενη επιφάνεια και κατά την οποία κάθε εργάτης συμπληρώνει διαδοχικά τη δουλειά του προηγούμενου μέχρι να ολοκληρωθεί το προϊόν
- flow: η σειρά με την οποία εκτελούνται τα διάφορα τμήματα ενός προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή
- stream: τα δεδομένα που αποστέλλονται ή λαμβάνονται στη σειρά (σειριακά), όπως σε αποθηκευτικό μέσο (πχ. σκληρός δίσκος), σε δικτυακή επικοινωνία, κλπ.
Ισοδύναμα
25 more languages
Catalàflux
Češtinatok
Cymraegfflycs
Danskforandring
Galegofluxo
Magyaráramlás
ភាសាខ្មែរក្រមួន
Kurdîtok
Русскийизме́нчивостьплавеньпостоянное движе́ниепотокразжидительразжижи́тельразнообразиетече́ниефлюсфлюсовать
Svenskaflöde
Українськарізномані́тність
Tiếng Việtthông lượng
Παραδείγματα
“διάγραμμα ροής”
flow chart
“μαγνητική ροή”
magnetic flux
“δείτε επίσης: ροή δεδομένων (data stream)”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free