Meaning of ρευστότητα | Babel Free
/ɾefˈsto.ti.ta/Ορισμοί
- η ιδιότητα των ρευστών (υγρών και αερίων) σωμάτων να κινούνται και να μεταβάλλουν το σχήμα τους
- η ιδιότητα μιας κατάστασης που είναι ρευστή, ασταθής, που βρίσκεται σε διαρκή μεταβολή
- η ύπαρξη του αναγκαίου χρήματος σε μετρητά
- η αστάθεια
Παραδείγματα
“※ Εξετάζει επίσης τα ιστορικά συμφραζόμενα της πρόσληψης αυτών των αναγνωσμάτων, αναδεικνύοντας τους ανταγωνισμούς των διαφορετικών πολιτισμικών και διανοητικών παραδόσεων (επτανησιακή και φαναριώτικη παράδοση, κοραϊκή σκέψη), τους διαξιφισμούς για το γλωσσικό ζήτημα, τη ρευστότητα του λογοτεχνικού κανόνα αλλά και τον ρόλο του Κρητικού Ζητήματος στον καιρό της Μεγάλης Ιδέας.”
“※ Mε αμείωτο ρυθμό συνεχίστηκε και τον Ιούνιο η μείωση των χορηγήσεων σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, με αποτέλεσμα η αγορά να έχει στεγνώσει από ρευστότητα. (εφ. Ελευθεροτυπία, 25/7/2014)”
“※ Η διαδικασία της ανακεφαλαιοποίησης και η σταθεροποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος αποτελούν βασική προϋπόθεση για την παροχή ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και άρα και για την πολυπόθητη ανάκαμψη. (εφημερδία Το Βήμα, 31/8/2012)”
“※ μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις αντιμετώπησαν οικονομικά προβλήματα και ρευστότητα στις αποικίες”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.