Meaning of ρέφα | Babel Free
/ˈɾe.fa/Ορισμοί
το μερίδιο που δίνεται σε κάποιον αστυνομικό ή σε κάποιον υπεύθυνο, για να κάνει τα στραβά μάτια και να μη μας καρφώσει σε κάποια παράνομη δουλειά που γίνεται
slang
Παραδείγματα
“Κυρ-αστυνόμε, μη βαράς, γιατί κι εσύ το ξέρεις / πως η δουλειά μας είναι αυτή, και ρέφα μη γυρεύεις. (Από το τραγούδι Κάτω στα λεμονάδικα (Οι λαχανάδες) σε στίχους και μουσική του Βαγγέλη Παπάζογλου)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.