HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διαμάντι | Babel Free

Noun CEFR C1 Standard
/ðʝaˈman.di/

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. ορυκτός πολύτιμος λίθος που αποτελείται από καθαρό άνθρακα σε κρυσταλλική μορφή
  3. κόσμημα από τέτοιους πολύτιμους λίθους
  4. κάποιος που διαθέτει εξαιρετικές ιδιότητες, π.χ. καλοσύνη, εξυπνάδα, τιμιότητα, ικανότητα κ.λπ.
    figuratively

Ισοδύναμα

English diamond Gem gold

Παραδείγματα

“Ο Πέτρος είναι παιδί διαμάντι”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διαμάντι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course