Meaning of ρύζι | Babel Free
/[ˈɾizi]/Ορισμοί
- φυτό που ανήκει στα δημητριακά, είδους Oryza sativa της οικογένειας των Ποοειδών (Poaceae) ή Αγρωστωδών (Gramineae)
- φαγητό με βρασμένους τους επεξεργασμένους σπόρους αυτού του φυτού
Ισοδύναμα
English
rice
Παραδείγματα
“※ Οι καλεσμένοι ρίχνουν ρύζι στο ζευγάρι για να ριζώσει η νέα οικογένεια. (Χρήστος Φράγκος, Τζένη Αλβαράντο-Φράγκου, Ήπειρος-Βόρεια Ήπειρος, Τζουμέρκα και Κατσανοχώρια: Ιστορία, Λαογραφία, Πολιτιστικά Μνημεία, Τουρισμός, 2010, σελ. 86)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.