HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μόδα | Babel Free

Noun feminine CEFR C1 Standard
/ˈmo.ða/

Ορισμοί

  1. τάση σχετική με το ντύσιμο ή γενικά την εξωτερική εμφάνιση που υιοθετείται ευρύτατα για κάποιο χρονικό διάστημα
  2. συνήθεια που υιοθετείται παροδικά από μεγάλο αριθμό ατόμων
    general

Ισοδύναμα

English fashion mode

Παραδείγματα

“της μόδας”

fashionable, à la mode

“περιοδικό μόδας”

fashion magazine

“※ τα μοτίβα αυτά είναι κυρίαρχα: τα νέα ήθη, τα λούσα, οι διασκεδάσεις, η κοσμική ζωή, η μόδα, απειλούν και υπομονεύουν την οικογένεια αλλά και παραδοσιακούς θεσμούς και αξίες γενικότερες (Σάτιρα και πολιτική στη νεώτερη Ελλάδα: από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού & Γενικής Παιδείας, 1979, σελ. 95)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μόδα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course