Meaning of τάση | Babel Free
/ˈta.si/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Τάσης
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Τάσης
- εξέλιξη προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση
- κλίση, έφεση, ροπή, συμπεριφορική έλξη
- δύναμη που ασκείται εκατέρωθεν σε ένα σημείο ενός νήματος
- η ηλεκτρική τάση ή διαφορά δυναμικού
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.