ηλεκτρική
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτρικός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Η ηλεκτρική σκούπα χάλασε ξαφνικά.”
The electric vacuum cleaner broke down suddenly.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free