Meaning of ηλεκτρικός | Babel Free
/i.le.ktɾiˈkos/Ορισμοί
- που σχετίζεται με τον ηλεκτρισμό
- που λειτουργεί με ηλεκτρισμό
- που παράγει μη φυσικό ήχο ή ενισχύει τον φυσικό του ήχο με ηλεκτρισμό
Παραδείγματα
“το ηλεκτρικό δίκτυο του σπιτιού”
“ηλεκτρική συσκευή”
“ηλεκτρική κιθάρα, ηλεκτρικό πιάνο”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.