HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ηλεκτρικός

Επίθετο θηλυκό CEFR C2 Specialized
i.le.ktɾiˈkos

Ορισμοί

  1. που σχετίζεται με τον ηλεκτρισμό
  2. που λειτουργεί με ηλεκτρισμό
  3. που παράγει μη φυσικό ήχο ή ενισχύει τον φυσικό του ήχο με ηλεκτρισμό

Ισοδύναμα

Españoleléctrico
Françaisélectrique
27 more languages

Παραδείγματα

“το ηλεκτρικό δίκτυο του σπιτιού”
“ηλεκτρική συσκευή”
“ηλεκτρική κιθάρα, ηλεκτρικό πιάνο”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ηλεκτρικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free