Meaning of σύνοδος | Babel Free
/si.noˈðos/Ορισμοί
- που συνοδεύει άλλο άτομο
- περίοδος λειτουργίας ενός συλλογικού θεσμού
-
το άτομο που συνοδεύει άλλο σε κοινωνικές συναντήσεις χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους συγγενική ή συζυγική σχέση especially
- τακτική ή έκτακτη συνάντηση των ηγετών ή των αντιπροσώπων χωρών που μετέχουν σε ένα διεθνή οργανισμό
- συνέλευση επισκόπων, μητροπολιτών ή καρδιναλίων που αποφασίζουν για διοικητικά ή δογματικά ζητήματα
- το ουράνιο φαινόμενο κατά το οποίο δύο ουράνια σώματα εμφανίζονται στο ίδιο ουράνιο μήκος σε σχέση με τον γήινο παρατηρητή.
- βλ. συνώνυμο συνεδρία
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η αναθεώρηση πρέπει να έχει ολοκληρωθεί στην πρώτη σύνοδο της Βουλής”
“θα έχουμε φέτος την ΙΒ΄ Σύνοδο της Βουλής των Εφήβων”
“η σύνοδος των υπουργών εξωτερικών της Ε.Ε”
“Ιερά Σύνοδος, Διαρκής Ιερά Σύνοδος”
“※ Επί Πατριαρχίας Αθηναγόρα, η Σύνοδος του Οικουμενικού Θρόνου ενέταξε επτά Αγίους στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας μεταξύ των οποίων ήταν αναγνωρισμένες προσωπικότητες όπως ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Κοσμάς ο Αιτωλός και ο Άγιος Νεκτάριος.”
“※ Σπάνια σύνοδος πέντε πλανητών στον ουρανό από σήμερα έως τη Δευτέρα, η οποία δεν θα υπάρξει ξανά έως το 2040, (Η Ναυτεμπορική, 24/6/2022 https://www.naftemporiki.gr/techscience/1345281/spania-synodos-pente-planiton-ston-ourano-apo-simera-eos-ti-deftera-i-opoia-den-tha-yparxei-xana-eos-to-2040/)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.