Meaning of συνεδρία | Babel Free
Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνέδριο accusative, nominative, plural, vocative
- session: η ακολουθία των διεργασιών που εκτελούνται μεταξύ προγράμματος πελάτη (client) και διακομιστή (server) ή χρήστη (user) και συστήματος, στη διάρκεια από την έναρξη έως την λήξη αυτής της αλληλεπίδρασης
Ισοδύναμα
English
session
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.