Meaning of γοργόνα | Babel Free
/ɣoɾˈɣo.na/Ορισμοί
- μυθικό πλάσμα της θάλασσας, το οποίο έχει μορφή γυναίκας (με κορμό, χέρια και κεφάλι, από τη μέση και πάνω) και ψαριού (με λέπια και ουρά, από τη μέση και κάτω)
-
ακρόπρωρο ιστιοφόρου με την παραπάνω μορφή, που θεωρούνταν ότι προστάτευε το πλοίο από τις συμφορές figuratively
-
ηθική όμορφη κοπέλα χωρίς δεσμό, ή νεαρή κυρία slang
Ισοδύναμα
English
Mermaid
Παραδείγματα
“※ Αλλ' αν αφ' ενός μηδεμίαν προς τους περί Γοργόνων μύθους φαίνονται έχουσαι σχέσιν αι παραδόσεις του καθ' ημάς λαού, αφ' ετέρου όμως διετήρησαν πλείστους χαρακτήρας των αρχαίων περί Σειρήνων. (Πολίτης, Νικόλαος Ο περί των Γοργόνων μύθος, 1878, σελ. 4)”
“γοργόνα μου εσύ! (πειρακτικό)”
“γοργόνες και μάγκες (τίτλος ελληνικής κινηματογραφικής ταινίας)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.