γοργόνα
Ορισμοί
- μυθικό πλάσμα της θάλασσας, το οποίο έχει μορφή γυναίκας (με κορμό, χέρια και κεφάλι, από τη μέση και πάνω) και ψαριού (με λέπια και ουρά, από τη μέση και κάτω)
-
ακρόπρωρο ιστιοφόρου με την παραπάνω μορφή, που θεωρούνταν ότι προστάτευε το πλοίο από τις συμφορές figuratively
-
ηθική όμορφη κοπέλα χωρίς δεσμό, ή νεαρή κυρία slang
Ισοδύναμα
13 more languages
Deutschals Beschützerin begleitenAnstandsdameAnstandsdame spielenAnstandswauwauAufpasserAufsichtspersonbeaufsichtigenbegleitenBegleitpersonBegleitungChaperoneskortieren
Esperantoeskortanto
Gaeilgebean choimhdeachta
Italianosciaperonare
Nederlandschaperonne
Polskiprzyzwoitka
Русскийдуэ́нья
Svenskaförkläde
Παραδείγματα
“※ Αλλ' αν αφ' ενός μηδεμίαν προς τους περί Γοργόνων μύθους φαίνονται έχουσαι σχέσιν αι παραδόσεις του καθ' ημάς λαού, αφ' ετέρου όμως διετήρησαν πλείστους χαρακτήρας των αρχαίων περί Σειρήνων. (Πολίτης, Νικόλαος Ο περί των Γοργόνων μύθος, 1878, σελ. 4)”
“γοργόνα μου εσύ! (πειρακτικό)”
“γοργόνες και μάγκες (τίτλος ελληνικής κινηματογραφικής ταινίας)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free