Meaning of εραστής | Babel Free
/e.ɾaˈstis/Ορισμοί
- που διατηρεί παράνομες ή ανεπίσημες σχέσεις με κάποιο άτομο
- που αγαπάει κάποιο άτομο
-
που αγαπάει πολύ κάτι broadly
- που δραστηριοποιείται έντονα στον σεξουαλικό τομέα
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“αγαπητικός / αγαπητικιά, γκόμενος / γκόμενα, ερωμένος / ερωμένη”
“Ο Χ / η Χ είναι εραστής της τέχνης (και για τα δύο γένη)”
“※ Είναι περιβόλι ο Τάσος, έξω καρδιά, εραστής μιας τέχνης που ελάχιστοι την κατέχουν πια. (@enet.gr)”
“※ Σαν γνήσιος λατίνος εραστής, την αδυναμία του για το ωραίο φύλο ουδέποτε την έκρυψε. Θαυμάζει την ομορφιά και το φωνάζει, αρνείται όμως κατηγορηματικά την οποιαδήποτε παρεκτροπή. (@tovima.gr)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.