HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του εραστής | Babel Free

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C1 Standard
e.ɾaˈstis

Ορισμοί

  1. που διατηρεί παράνομες ή ανεπίσημες σχέσεις με κάποιο άτομο
  2. που αγαπάει κάποιο άτομο
  3. που αγαπάει πολύ κάτι
    broadly
  4. που δραστηριοποιείται έντονα στον σεξουαλικό τομέα

Ισοδύναμα

Čeština milenec
Esperanto amanto
Español amante amante amante
Suomi rakastaja
Français amant
Italiano amante amante amante
Polski kochanek
Português amante amante
Русский любовник
Svenska älskare

Παραδείγματα

“αγαπητικός / αγαπητικιά, γκόμενος / γκόμενα, ερωμένος / ερωμένη”
“Ο Χ / η Χ είναι εραστής της τέχνης (και για τα δύο γένη)”
“※ Είναι περιβόλι ο Τάσος, έξω καρδιά, εραστής μιας τέχνης που ελάχιστοι την κατέχουν πια. (@enet.gr)”
“※ Σαν γνήσιος λατίνος εραστής, την αδυναμία του για το ωραίο φύλο ουδέποτε την έκρυψε. Θαυμάζει την ομορφιά και το φωνάζει, αρνείται όμως κατηγορηματικά την οποιαδήποτε παρεκτροπή. (@tovima.gr)”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη εραστής σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free