HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εραστής | Babel Free

Noun masculine CEFR C1 Standard
/e.ɾaˈstis/

Ορισμοί

  1. που διατηρεί παράνομες ή ανεπίσημες σχέσεις με κάποιο άτομο
  2. που αγαπάει κάποιο άτομο
  3. που αγαπάει πολύ κάτι
    broadly
  4. που δραστηριοποιείται έντονα στον σεξουαλικό τομέα

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“αγαπητικός / αγαπητικιά, γκόμενος / γκόμενα, ερωμένος / ερωμένη”
“Ο Χ / η Χ είναι εραστής της τέχνης (και για τα δύο γένη)”
“※ Είναι περιβόλι ο Τάσος, έξω καρδιά, εραστής μιας τέχνης που ελάχιστοι την κατέχουν πια. (@enet.gr)”
“※ Σαν γνήσιος λατίνος εραστής, την αδυναμία του για το ωραίο φύλο ουδέποτε την έκρυψε. Θαυμάζει την ομορφιά και το φωνάζει, αρνείται όμως κατηγορηματικά την οποιαδήποτε παρεκτροπή. (@tovima.gr)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εραστής used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course