ανησύχησα
Ορισμοί
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανησυχώ
Παραδείγματα
“Ανησύχησα πολύ όταν δεν απαντούσες στο τηλέφωνο.”
I worried a lot when you weren't answering the phone.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free