Meaning of καθαρίζω | Babel Free
/ka.θaˈɾi.zo/Ορισμοί
- κάνω κάτι να μην είναι βρόμικο ή λερωμένο πια
- βγάζω από ένα μέρος αυτά που δεν ανήκουν ή δεν ταιριάζουν
- βγάζω τη φλούδα, τις λεπίδες κλπ από διάφορα φαγητά
-
κερδίζω, έχω εισόδημα familiar, vulgar
-
σκοτώνω κάποιον figuratively
Παραδείγματα
“Τελείωσε το φαΐ σου και μετά να πλύνεις τα πιάτα και να καθαρίσεις το τραπέζι. (Χρήστος Βακαλόπουλος, Οι πτυχιούχοι)”
“Να σου καθαρίσω μήλο; (⌘ Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)”
“Από την μπίζνα αυτή καθάρισε κάνα εκατομμύριο.”
“πρέπει να τον καθαρίσουμε, είναι ο μόνος μάρτυρας της δολοφονίας”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.