καθάρισαν
Ορισμοί
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαρίζω
Παραδείγματα
“Οι εργάτες καθάρισαν όλη την αυλή μέσα σε μία ώρα.”
The workers cleaned the whole yard within an hour.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free