Meaning of περούκα | Babel Free
/peˈɾu.ka/Ορισμοί
τεχνητή κόμη που φοριέται για λόγους αισθητικούς αλλά και πρακτικούς
Ισοδύναμα
English
Wig
Παραδείγματα
“※ Σήμερα φαίνομαι αρκετά νέα, άλλαξα λουκ, το μαλλί είναι σγουρό -ας είναι καλά η περούκα- μέχρι και κατάμαυρα μάτια απέκτησα σήμερα, ας είναι καλά οι φακοί επαφής. Τελικά, όταν φτιάχνομαι μπορώ να γίνομαι πολύ γκόμενα. Μπήκα στο γραφείο με τακουνάρες και κόκκινο στενό παντελόνι. Νεανίζω η άτιμη τώρα που χώρισα από τον πρώην μου. (Μίλτος Μόσχος, Ένα ξεχασμένο έγκλημα στο Ναύπλιο, 2021, σελ. 212)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.