HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τόξο | Babel Free

Noun CEFR C1 Standard
/ˈto.kso/

Ορισμοί

  1. το όπλο για την εκτόξευση βελών· αποτελείται από ένα καμπύλο κομμάτι ξύλου ή άλλου υλικού, στις δύο άκρες του οποίου δένεται μία χορδή
  2. το τμήμα της περιφέρειας ενός κύκλου
  3. η αψίδα
  4. οτιδήποτε μοιάζει στο σχήμα με τόξο

Ισοδύναμα

English bow longbow

Παραδείγματα

“το τόξο των φρυδιών”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τόξο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course