Meaning of τόξο | Babel Free
/ˈto.kso/Ορισμοί
- το όπλο για την εκτόξευση βελών· αποτελείται από ένα καμπύλο κομμάτι ξύλου ή άλλου υλικού, στις δύο άκρες του οποίου δένεται μία χορδή
- το τμήμα της περιφέρειας ενός κύκλου
- η αψίδα
- οτιδήποτε μοιάζει στο σχήμα με τόξο
Παραδείγματα
“το τόξο των φρυδιών”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.