ξυπνάω
Ορισμοί
-
διακόπτω τον ύπνο κάποιου transitive
-
σταματώ να κοιμάμαι intransitive
-
αφυπνίζω κάποιον που ζει με ψευδαισθήσεις, σε μια ονειρική πραγματικότητα ή είναι αδρανής figuratively, transitive
-
σταματάω να έχω ψευδαισθήσεις, να ζω σε μια ονειρική πραγματικότητα ή να είμαι αδρανής, αφυπνίζομαι figuratively, intransitive
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of ξυπνάω.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Αύριο θα ξυπνήσω νωρίς.”
Tomorrow I shall wake up early.
“Θα ξυπνήσεις το μωρό με τις φωνές σου.”
You'll wake the baby with your talking.
“Ξύπνα επιτέλους, η ζωή αλλάζει!”
Wake up already; life changes!
“θα ξυπνήσεις το μωρό με τις φωνές σου”
“αύριο θα ξυπνήσω νωρίς - ξυπνάω κάθε πρωί στις επτά”
“ξύπνα επιτέλους, η ζωή αλλάζει”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free