Meaning of αυλάκι | Babel Free
/aˈvla.ci/Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- τεχνητό ή φυσικό βαθούλωμα στο έδαφος, που εκτείνεται σε μήκος και μέσα στο οποίο ρέει νερό (ή άλλο υγρό)
- κόλπος στα Χανιά
- το αντίστοιχο τεχνητό όρυγμα, που χρησιμοποιείται για τη σπορά ή το φύτεμα
- ακτή στην Αττική
- φυσική ή τεχνητή χάραξη σε μια επιφάνεια (ξύλινη, πέτρινη κ.λπ.)
- το ίχνος που αφήνουν στο έδαφος οι τροχοί ενός τροχοφόρου
- η υδάτινη γραμμή πίσω από ένα πλεούμενο που κινείται
-
ορμίσκος rare
-
ο ισθμός της Κορίνθου familiar
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.