HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αυλάκι | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/aˈvla.ci/

Ορισμοί

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  2. τεχνητό ή φυσικό βαθούλωμα στο έδαφος, που εκτείνεται σε μήκος και μέσα στο οποίο ρέει νερό (ή άλλο υγρό)
  3. κόλπος στα Χανιά
  4. το αντίστοιχο τεχνητό όρυγμα, που χρησιμοποιείται για τη σπορά ή το φύτεμα
  5. ακτή στην Αττική
  6. φυσική ή τεχνητή χάραξη σε μια επιφάνεια (ξύλινη, πέτρινη κ.λπ.)
  7. το ίχνος που αφήνουν στο έδαφος οι τροχοί ενός τροχοφόρου
  8. η υδάτινη γραμμή πίσω από ένα πλεούμενο που κινείται
  9. ορμίσκος
    rare
  10. ο ισθμός της Κορίνθου
    familiar

Ισοδύναμα

English Ditch Flute Furrow

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αυλάκι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course