αυλάκι
Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- τεχνητό ή φυσικό βαθούλωμα στο έδαφος, που εκτείνεται σε μήκος και μέσα στο οποίο ρέει νερό (ή άλλο υγρό)
- κόλπος στα Χανιά
- το αντίστοιχο τεχνητό όρυγμα, που χρησιμοποιείται για τη σπορά ή το φύτεμα
- ακτή στην Αττική
- φυσική ή τεχνητή χάραξη σε μια επιφάνεια (ξύλινη, πέτρινη κ.λπ.)
- το ίχνος που αφήνουν στο έδαφος οι τροχοί ενός τροχοφόρου
- η υδάτινη γραμμή πίσω από ένα πλεούμενο που κινείται
-
ορμίσκος rare
-
ο ισθμός της Κορίνθου familiar
Ισοδύναμα
21 more languages
العربيةشق
DeutschabservierenBrunftBrunstdrallfalzenGrabenGroovegroovenHeckseejemandem den Laufpass gebenNutriffelnRilleSchlitzSchlotschwänzenStraßengrabenTrottWakeweckenwegschmeißenZargeZug
Gàidhligdàir
Galegoentallar
日本語瀆
Kurdîrût
Latinasulcus
Polskibudzićgodowaćgwintkilwaterkonsolacjaolewaćpuścić kantempuszczać kantemrówspławiaćspławićsztolniawagarowaćwyżłobienieżłobić
ไทยติดสัด
中文溝
繁體中文溝
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free