HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ξυπνάω — definition

Conjugation of ξυπνάω

Regular CEFR C1
ksiˈpna.o

σταματάω να έχω ψευδαισθήσεις, να ζω σε μια ονειρική πραγματικότητα ή να είμαι αδρανής, αφυπνίζομαι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξυπνάω
εσύ ξυπνάς
αυτός / αυτή / αυτό ξυπνάει
εμείς ξυπνάμε
εσείς ξυπνάτε
αυτοί / αυτές / αυτά ξυπνάνε
Παρατατικός
εγώ ξυπνούσα
εσύ ξυπνούσες
αυτός / αυτή / αυτό ξυπνούσε
εμείς ξυπνούσαμε
εσείς ξυπνούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξυπνούσαν
Αόριστος
εγώ ξύπνησα
εσύ ξύπνησες
αυτός / αυτή / αυτό ξύπνησε
εμείς ξυπνήσαμε
εσείς ξυπνήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξύπνησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξυπνήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξυπνήσω
εσύ ξυπνήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ξυπνήσει
εμείς ξυπνήσουμε
εσείς ξυπνήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξυπνήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ξύπνα
εσείς ξυπνάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξύπνησε
εσείς ξυπνήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ξυπνήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary