HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σαπούνι

Ουσιαστικό CEFR C1 Standard
saˈpuni

Ορισμοί

οργανική ουσία που έχει την ιδιότητα αφενός μεν να διαλύεται στο νερό, αφετέρου δε να δεσμεύει τα λίπη· χρησιμοποιείται για το πλύσιμο είτε σε στερεή μορφή, σε πλάκες, είτε σε υγρή

Ισοδύναμα

Englishsoap
Españoljabón
Françaissavon
18 more languages
Azərbaycan dilisabun
Българскисапун
Bosanskisapun
Češtinamýdlo
Deutschseife
Esperantosapo
Suomisaippua
Magyarszappan
Italianosapone
Nederlandszeep
Polskimydło
Portuguêssabão
Românăsăpun
Русскиймыло
Slovenčinamydlo
Српскисапун
Svenskatvål
Türkçesabun

Παραδείγματα

“Έπλυνα τα χέρια μου με νερό και σαπούνι.”

I washed my hands with water and soap.

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σαπούνι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free