Meaning of σαπούνι | Babel Free
/saˈpuni/Ορισμοί
οργανική ουσία που έχει την ιδιότητα αφενός μεν να διαλύεται στο νερό, αφετέρου δε να δεσμεύει τα λίπη· χρησιμοποιείται για το πλύσιμο είτε σε στερεή μορφή, σε πλάκες, είτε σε υγρή
Ισοδύναμα
English
soap
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.