Σημασία του οδήγηση | Babel Free
oˈði.ʝi.siΟρισμοί
η ενέργεια του οδηγώ, το σύνολο των ενεργειών με τις οποίες κάποιος ελέγχει και κατευθύνει την κίνηση επίγειου οχήματος (αυτοκινήτου, δικύκλου)
Ισοδύναμα
English
Driving
Παραδείγματα
“στην Ελλάδα απαγορεύεται η οδήγηση αυτοκινήτου χωρίς αντίστοιχο δίπλωμα”
“η οδήγηση μοτοσυκλέτας, τύπου στριτ, σε χαλικοστρωμένο δρόμο είναι εξαιρετικά επικίνδυνη”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free