Meaning of μπολ | Babel Free
Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- ημισφαιρικό κεραμικό, πορσελάνινο ή γυάλινο σκεύος, σχετικά μικρό, για σερβίρισμα
- στρογγυλό ή τετράγωνο πλαστικό ή γυάλινο δοχείο με καπάκι για τη φύλαξη φαγητού στο ψυγείο
Ισοδύναμα
English
Bowl
Παραδείγματα
“※ παραμερίζει πάνω στο χαμηλό τραπεζάκι του καναπέ τα μπολ με τα τσιπς, τα κριτσίνια, το χούμους και το γκουακαμόλε και ακουμπά την πιατέλα με τα ζεστά κομμάτια πίτσας (Ντορίνα Παπαλιού, Η φωνή στα χέρια της, εκδ. Ίκαρος, 2024)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.