HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ψαλίδι

Ουσιαστικό CEFR C1 Standard
psaˈli.ði

Ορισμοί

  1. εργαλείο χεριού που αποτελείται από δύο λεπίδες και χρησιμεύει για κόψιμο
  2. ακρωτήριο (πρώην Αντιμάχεια στην αρχαιότητα) και λίμνη στην Κω. Η λίμνη ανήκει στους προστατευόμενους βιοτόπους.
  3. περικοπή (κυρίως δαπάνης)
    figuratively
  4. σύνεργο κομμωτικής για το φορμάρισμα των μαλλιών
  5. εξάρτημα της ανάρτησης αυτοκινήτου και μοτοσικλέτας
  6. χαρακτηρισμός για πολυλογάδες

Ισοδύναμα

29 more languages
العربيةمقراض
Българскино́жица
Bosanskiножица
DeutschSchere
Gaeilgedeimheas
Gàidhligdeamhas
עבריתמזמרה
Hrvatskiножица
Magyarolló
Íslenskaklippur
日本語
Latinaforfex
Latviešudzirkles
Te Reo Māorikutikuti
Românăfoarfece
Русскийножницы
Српскиножица
Tagaloggunting
Türkçemakas
Українськаножиці

Παραδείγματα

“Νέο «ψαλίδι» στα εισοδήματα βλέπει το 38% των μισθωτών.”

New 'cut' to incomes hits 38% of employees.

“έπεσε ψαλίδι στους μισθούς”
“ψαλίδι πάει η γλώσσα σου!”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ψαλίδι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free