ψαλίδι
Ορισμοί
- εργαλείο χεριού που αποτελείται από δύο λεπίδες και χρησιμεύει για κόψιμο
- ακρωτήριο (πρώην Αντιμάχεια στην αρχαιότητα) και λίμνη στην Κω. Η λίμνη ανήκει στους προστατευόμενους βιοτόπους.
-
περικοπή (κυρίως δαπάνης) figuratively
- σύνεργο κομμωτικής για το φορμάρισμα των μαλλιών
- εξάρτημα της ανάρτησης αυτοκινήτου και μοτοσικλέτας
- χαρακτηρισμός για πολυλογάδες
Ισοδύναμα
29 more languages
Παραδείγματα
“Νέο «ψαλίδι» στα εισοδήματα βλέπει το 38% των μισθωτών.”
New 'cut' to incomes hits 38% of employees.
“έπεσε ψαλίδι στους μισθούς”
“ψαλίδι πάει η γλώσσα σου!”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free