HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ψαλιδίζω

Ρήμα CEFR B2
psa.liˈði.zo

Ορισμοί

  1. κόβω κάτι με ψαλίδι
  2. κόβω με το ψαλίδι άκρες ή μέρη που προεξέχουν
    especially
  3. κάνω περικοπές, μειώνω
    figuratively
  4. λογοκρίνω, αφαιρώ αυθαίρετα και σκόπιμα κάποια μέρη

Ισοδύναμα

15 more languages
Българскино́жица
Bosanskiножица
Catalàtisora
DeutschSchere
Galegotesoira
Hrvatskiножица
Magyarolló
Italianoforbici
日本語
Српскиножица
Tagaloggunting
Türkçemakaslamak

Παραδείγματα

“→ χρειάζεται παράθεμα”
“Ο παππούς κάθε πρωί ψαλίδιζε το μουστάκι του.”
“Ο διευθυντής ψαλίδισε τις παροχές.”
“Ψαλίδισαν δύο σκηνές, διότι ήταν πολύ τολμηρές.”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ψαλιδίζω σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free