Meaning of τροχόσπιτο | Babel Free
/tɾoˈxospito/Ορισμοί
αυτοκίνητο μεγάλου μεγέθους ή φορτηγό ή ρυμουλκούμενο όχημα που περιλαμβάνει χώρο διαβίωσης, καθίσματα, χώρο για ύπνο, τουαλέτα, ντους και κουζίνα, ένα μικρό, αλλά πλήρες σπίτι σε τροχούς
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Φέτος θα πάμε διακοπές με το τροχόσπιτο στην εξοχή.”
This year, we'll go on holidays to the countryside with the caravan.
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.