Meaning of υπηρέτης | Babel Free
/i.piˈɾe.tis/Ορισμοί
αυτός που υπηρετεί κάποιον, που εργάζεται στην υπηρεσία του κάνοντας διάφορες εργασίες ή δουλειές που του ανατίθενται
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.