ιππότης
Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
- κατά τον Μεσαίωνα, τίτλος ευγενείας για βαριά οπλισμένους έφιππους πολεμιστές, που μάχονταν με κάποιο τάγμα
- μοναχός που ανήκε σε ένοπλο τάγμα και, δηλώνοντας πίστη στον Θεό, πολεμούσε τους απίστους
- άνδρας με ιπποτική και περιποιητική συμπεριφορά προς τις γυναίκες
- ο νεαρός ρομαντικός εραστής που διαθέτει ομορφιά κι ευγένεια
Ισοδύναμα
28 more languages
Българскивъзпитан
Danskvelopdragen
DeutschBeschützerEdelmannFürsprechermanierlichPaladinPferdRitterRittersmannRossSpringerVerfechterVorkämpferwohlgesittetzum Ritter schlagen
हिन्दीअशिष्ट
日本語聖騎士
Македонскихрабрец
മലയാളംസൽസ്വഭാവി
Românăcavaler
Српскивитез
Українськави́хований
Tiếng Việthiệp sĩ
繁體中文騎士
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free