Meaning of ιππότης | Babel Free
/iˈpo.tis/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
- κατά τον Μεσαίωνα, τίτλος ευγενείας για βαριά οπλισμένους έφιππους πολεμιστές, που μάχονταν με κάποιο τάγμα
- μοναχός που ανήκε σε ένοπλο τάγμα και, δηλώνοντας πίστη στον Θεό, πολεμούσε τους απίστους
- άνδρας με ιπποτική και περιποιητική συμπεριφορά προς τις γυναίκες
- ο νεαρός ρομαντικός εραστής που διαθέτει ομορφιά κι ευγένεια
Παραδείγματα
“οι ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης”
“οι ιππότες του Ναού”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.